παράγω

Μεταφράσεις

παράγω

produce, generateproduceproduireيُنْتِجُvytvořitproducereproduzierenproducirtuottaaproizvestiprodurre生産する생산하다producerenproduserewyprodukowaćproduzirпроизводитьproduceraผลิตüretmektạo ra生产生產 (pa'raɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κατασκευάζω ή καλλιεργώ επιχείρηση που παράγει ρούχα Η χώρα παράγει φρούτα.
2. δημιουργώ παράγω ήχο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close