παράλυτος

(προωθήθηκε από παράλυτη)
Μεταφράσεις

παράλυτος

(pa'ralitos) αρσενικό

παράλυτη

(pa'raliti) θηλυκό

παράλυτο

مَشْلُولًochrnutýlammetgelähmtparalysed, paralyzedparalizadohalvautunutparalyséparaliziranparalizzato麻痺した마비된verlamdparalysertsparaliżowanyparalisadoпарализованныйparalyseradเคลื่อนไหวไม่ได้felçliliệt瘫痪的, 瘫痪癱瘓 (pa'ralito) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει χάσει τη δυνατότητα κίνησης παράλυτο χέρι
2. μεταφορικά ακινητοποιημένος από δυνατό συναίσθημα παράλυτος από τον τρόμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close