παράρτημα

Μεταφράσεις

παράρτημα

annex, appendage, appendixannexeanexăallegatoالمرفقBilagaanexo附件AnhangBilaganexoПриложениеzałącznikLiite附件bijlagePříloha (pa'rartima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μέρος εξαρτώμενο από μεγαλύτερο το παράρτημα εταιρείας
2. επιπλέον φύλλο εφημερίδας έκτακτο παράρτημα
3. συμπλήρωμα στο τέλος βιβλίου Οι σημειώσεις βρίσκονται σε παράρτημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close