παραμένω

(προωθήθηκε από παρέμεινα)
Μεταφράσεις

παραμένω

remainيَبْقىzůstatforbliveverbleibenquedarsejäädäresterostatirimanere・・・のままである남아 있다blijvengjenståpozostaćpermanecerоставатьсяstanna kvarคงอยู่kalmakduy trì保持 (para'meno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μένω Παρέμεινε στο σταθμό κι αφού έφυγε το τρένο. παραμένω μόνος
2. εξακολουθώ να είμαι Παραμένει ο καλύτερος μαθητής.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close