παραγγέλλω

Μεταφράσεις

παραγγέλλω

(para'nɟelo)

παραγγέλνω

commission, order (para'nɟelno)
1. κάνω παραγγελία Παράγγειλα μια σαλάτα.
2. ειδοποιώ παραγγέλνω σε κπ να έρθει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close