παραγωγικός

Μεταφράσεις

παραγωγικός

(paraɣoʝi'kos) αρσενικό

παραγωγική

(paraɣoʝi'ci) θηλυκό

παραγωγικό

fruitful, productiveпродуктивни生产productivoproduktivníproduktivالإنتاجيةפרודוקטיבי生產 (paraɣoʝi'ko) ουδέτερο
επίθετο
αποδοτικός Είναι πολύ παραγωγική στη δουλειά της. παραγωγική εργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close