παραδέχομαι

Μεταφράσεις

παραδέχομαι

admettre, reconnaîtrerecunoaşteadmit, acceptيُقِرُّpřiznatindrømmezugebenadmitirmyöntääpriznatiammettere認める시인하다toegeveninnrømmeprzyznać się (do czegoś)admitir, reconhecerпризнаватьerkännaสารภาพkabul etmekthú nhận承认 (para'ðexome)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δέχομαι ότι κτ είναι σωστό παραδέχομαι μια άποψη
2. ομολογώ παραδέχομαι το σφάλμα μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close