παρακολουθώ

Μεταφράσεις

παρακολουθώ

watch, attend, monitor, followيُرَاقِبُpozorovatsebeobachtenmirarkatsellaregardergledatiguardareじっと見る(...을) 지켜보다bekijkeniakttaobejrzećverсмотретьbetraktaเฝ้าดูgözetlemektheo dõi观看Часовник (parakolu'θo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. είμαι θεατής ή ακροατής παρακολουθώ μία παράσταση
2. ακολουθώ κπ χωρίς αυτός να το ξέρει παρακολουθώ τις κινήσεις κάποιου
3. είμαι ενήμερος παρακολουθώ τις εξελίξεις
4. επιβλέπω Ο γιατρός παρακολουθεί τον ασθενή.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close