παραλήγουσα

Μεταφράσεις

παραλήγουσα

penult (para'liɣusa)
ουσιαστικό θηλυκό
η συλλαβή πριν τη λήγουσα μιας λέξης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close