παραλιακός

Μεταφράσεις

παραλιακός

(paralia'kos) αρσενικό

παραλιακή

(paralia'ci) θηλυκό

παραλιακό

littoral (paralia'ko) ουδέτερο
επίθετο
που βρίσκεται στην παραλία παραλιακό χωριό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close