παραλύω

Μεταφράσεις

παραλύω

paralyze, paralyseparalyser (para'lio)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. χάνω την κινητικότητά μου Το πόδι του παρέλυσε μετά το ατύχημα.
2. μεταφορικά χάνω την αντιδραστική μου ικανότητα Παρέλυσα από το φόβο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close