παραμερίζω

Μεταφράσεις

παραμερίζω

(parame'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω, σπρώχνω στην άκρη παραμερίζω τα μαλλιά μου παραμερίζω τον κόσμο
2. απομονώνω κπ Θύμωσαν μαζί του και τον παραμέρισαν.

παραμερίζω

sideline
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αφήνω κπ να περάσει Παραμέρισα για να περάσει ο κόσμος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close