παραμιλάω

Μεταφράσεις

παραμιλάω

(parami'lao)

παραμιλώ

(parami'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μιλάω μόνος, χωρίς ακροατή παραμιλάω στον ύπνο μου
2. μιλάω ασυνάρτητα παραμιλάω από τον πυρετό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close