παραμονεύω

Μεταφράσεις

παραμονεύω

(paramo'nevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παραφυλάω παραμονεύω τον εχθρό

παραμονεύω

lurk
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
απειλώ Ο κίνδυνος παραμονεύει παντού.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close