παραμορφωτικός

(προωθήθηκε από παραμορφωτικό)
Μεταφράσεις

παραμορφωτικός

(paramorfoti'kos) αρσενικό

παραμορφωτική

(paramorfoti'ci) θηλυκό

παραμορφωτικό

(paramorfoti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί παραμόρφωση παραμορφωτικός καθρέφτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close