παραξενεύω

Μεταφράσεις

παραξενεύω

étonner, surprendre (parakse'nevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δημιουργώ ερωτηματικά σε κπ Η ερώτησή του με παραξένεψε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close