παραπανίσιος

(προωθήθηκε από παραπανίσιο)
Μεταφράσεις

παραπανίσιος

(parapa'nisços) αρσενικό

παραπανίσια

(parapa'nisça) θηλυκό

παραπανίσιο

(parapa'nisço) ουδέτερο
επίθετο
πιο πολύ απ' ό,τι χρειάζεται παραπανίσια κιλά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close