παραπλήσιος

(προωθήθηκε από παραπλήσια)
Μεταφράσεις

παραπλήσιος

(para'plisios) αρσενικό

παραπλήσια

(para'plisia) θηλυκό

παραπλήσιο

(para'plisio) ουδέτερο
επίθετο
1. που είναι δίπλα παραπλήσιο κτίριο
2. παρόμοιος παραπλήσια σημασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close