παρασύρω

Μεταφράσεις

παρασύρω

(para'siro)

παρασέρνω

entraîner, embringuerentice, rope inيُقْنِعُ بukecatovertalehineinziehenconvencer, engancharhoukutella tekemään jotainnamamiticoinvolgere人を誘い込む설득하다overredenkapreotoczyć kordonempersuadirвовлекатьinhägnaชักชวนให้เข้าร่วมinandırmaklôi kéo说服…参加 (para'serno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σέρνω, παίρνω μαζί μου Την παρέσυρε αυτοκίνητο.
2. επηρεάζω αρνητικά Τον παρέσυρε η ομορφιά της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close