παρατηρητικός

(προωθήθηκε από παρατηρητική)
Μεταφράσεις

παρατηρητικός

(paratiriti'kos) αρσενικό

παρατηρητική

(paratiriti'ci) θηλυκό

παρατηρητικό

observatorperceptive, observantقَوِي الـمُلَاحَظَةُvšímavýopmærksomaufmerksamobservadortarkkaavainenobservateurpronicavosservatore観察力の鋭い잘 지켜보고 있는opmerkzaamoppmerksomuważnyobservadorнаблюдательныйobservantช่างสังเกตgözlemcihay để ý观察力敏锐的 (paratiriti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προσέχει, εξετάζει λεπτομέρειες παρατηρητικό βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close