παρεκτρέπομαι

Μεταφράσεις

παρεκτρέπομαι

يُسِيِءُ الْتَّصَرُفْzlobitvære uartigschlecht benehmen (sich)misbehaveportarse malkäyttäytyä huonostise conduire malružno se ponašaticomportarsi male不正を働く나쁜 짓을 하다zich misdragenoppføre (seg) dårligźle się zachowaćcomportar-se mal, portar-se malплохо вести себяuppföra sig illaประพฤติตัวไม่เหมาะสมyaramazlık etmekcư xử hỗn行为不端 (parek'trepome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. βγαίνω από την πορεία μου Tο φορτηγό παρεκτράπηκε.
2. φέρομαι άσχημα Πρόσεξε, παρεκτρέπεσαι!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close