παρεμβάλλω

Μεταφράσεις

παρεμβάλλω

interject (parem'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προσθέτω ανάμεσα παρεμβάλλω κείμενο παρεμβάλλω εμπόδια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close