παρεμβατικός

(προωθήθηκε από παρεμβατική)
Μεταφράσεις

παρεμβατικός

(paremvati'kos) αρσενικό

παρεμβατική

(paremvati'ci) θηλυκό

παρεμβατικό

(paremvati'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την τάση να παρεμβαίνει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close