παρηγορώ

Μεταφράσεις

παρηγορώ

comfort, console, solaceconsoler (pariɣo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ανακουφίζω Η σκέψη του με παρηγορούσε. Τίποτα δεν τον παρηγορούσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close