παρθένος

(προωθήθηκε από παρθένο)
Μεταφράσεις

παρθένος

(par'θenos) αρσενικό

παρθένα

(par'θena) θηλυκό

παρθένο

(par'θeno) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν έχει κάνει ποτέ έρωτα Είναι ακόμα παρθένα.
2. μεταφορικά (για προϊόντα) αγνός, καθαρός παρθένο λάδιμαλλί

Παρθένος

ДеваVergePanna, panicJomfruen, jomfruJungfrauVirgo, virgin, maidenVirgoVirgo, virgen, vírgenNeitsytViergeמזל בתולהDjevicaVirgoVergineおとめ座, 乙女座, 処女처녀자리, 처녀VirgoMergelėMaagdPanna, dziewicaVirgo, virgemFecioara, virginДева, девственникPannaJungfrun, oskuldกลุ่มดาวหญิงสาว, ราศีกันย์, หญิงพรหมจารีVirgo, bakire, Başak burcuДіваThất Nữ, cung Xử nữ, trinh nữ室女座, 处女العَذْرَاء, عَذْرَاءjomfru, Jomfruen (par'θenos)
ουσιαστικό θηλυκό
ζώδιο Είμαι Παρθένος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close