παρκάρω

Μεταφράσεις

παρκάρω

(par'karo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αφήνω όχημα σε κπ σημείο

παρκάρω

garer, se garerيَركُنُ سِيَارَةًparkovatparkereparkenparkaparcar, estacionar, parquepysäköidäparkiratiparcheggiare駐車する주차하다parkerenparkerezaparkowaćestacionar, parqueпарковать(ся)parkeraจอดรถpark etmekđỗ xe停泊车辆, 公园公園Парк
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κάνω ό,τι είναι απαραίτητο για να αφήσω όχημα σε κπ σημείο Πάρκαρες άσχημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close