παροδικός

(προωθήθηκε από παροδικό)
Μεταφράσεις

παροδικός

(paroði'kos) αρσενικό

παροδική

(paroði'ci) θηλυκό

παροδικό

(paroði'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι μόνιμος παροδική κακοκαιρία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close