παρορμητικός

Μεταφράσεις

παρορμητικός

(parormiti'kos) αρσενικό

παρορμητική

(parormiti'ci) θηλυκό

παρορμητικό

(parormiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
αυθόρμητος, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη παρορμητικός χαρακτήρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close