παρουσία

Μεταφράσεις

παρουσία

presence, attendanceprésenceحُضُورpřítomnost, účastdeltagelse, nærværelseAnwesenheitpresencia, asistencialäsnäoloprisutnostpartecipazione, presenza出席, 存在존재, 출석aanwezigheidfremmøte, tilstedeværelseobecnośćpresença, comparecimentoприсутствиеnärvaroการเข้าชั้นเรียน, การอยู่ในสถานที่หนึ่งkatılım, varlıksự có mặt, sự tham dự出席, 存在נוכחות存在присъствие (paru'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να είναι κν παρών Η παρουσία του με γέμισε χαρά. παίρνω παρουσίες
2. η ύπαρξη, ο εντοπισμός η παρουσία αίματος σε ρούχο
3. η συμμετοχή η ελληνική παρουσία σε διεθνή έκθεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close