παροχή

Μεταφράσεις

παροχή

supply, provision, flowإِمْدَادzásobováníforsyningLieferungsuministrotavaran toimitusréserveopskrbafornitura供給공급voorraadforsyningzaopatrzeniefornecimentoснабжениеleveransสิ่งที่จัดหาให้tedariksự cung cấp供应 (paro'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. προσφορά παροχή υπηρεσιών
2. σύνδεση με αγωγό νερoύ, ηλεκτρικό κ.λπ. παροχή νερού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close