παρών

Μεταφράσεις

παρών

(pa'ron) αρσενικό

παρούσα

(pa'rusa) θηλυκό

παρόν

presentprésentحَاضِرpřítomnýtilstedeværendeanwesendpresenteläsnäolevaprisutanpresente居る참석한aanwezigtil stedeobecnypresenteприсутствующийnärvarandeปรากฏตัวvarcó mặt现在的 (pa'ron) ουδέτερο
επίθετο
1. που παρευρίσκεται κάπου Ήταν παρών στη συνάντηση.
2. τωρινός η παρούσα κατάσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close