πασαλείβω

Μεταφράσεις

πασαλείβω

(pasa'livo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. λερώνω κτ απλώνοντας ρευστή ουσία πασαλείβω το πρόσωπό μου
2. μεταφορικά τελειώνω πρόχειρα κτ πασαλείβω μια δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close