παστός

Μεταφράσεις

παστός

(pa'stos) αρσενικό

παστή

(pa'sti) θηλυκό

παστό

(pa'sto) ουδέτερο
επίθετο
που συντηρείται σε αλάτι ή αλατόνερο παστός μπακαλιάρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close