παστώνω

Μεταφράσεις

παστώνω

cure (pa'stono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. συντηρώ τρόφιμα στο αλάτι ή σε αλατόνερο παστώνω τον μπακαλιάρο
2. μεταφορικά φορτώνω, γεμίζω Τον πάστωσαν στα φάρμακα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close