πασχίζω

Μεταφράσεις

πασχίζω

s'efforcerendeavour, strive (pa'sçizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
προσπαθώ Πάσχισα να την πείσω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close