πασχαλινός

(προωθήθηκε από πασχαλινή)
Μεταφράσεις

πασχαλινός

(pasxali'nos) αρσενικό

πασχαλινή

(pasxali'ni) θηλυκό

πασχαλινό

(pasxali'no) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το Πάσχα τα πασχαλινά αυγά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close