πατάω

Μεταφράσεις

πατάω

(pa'tao)

πατώ

(pa'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πιέζω πατάω το κουμπί
2. λιώνω με το πόδι πατάω ένα έντομο
3. αθετώ πατάω έναν όρκο

πατάω

I pressאני לוחץI naciśnijJe presseНатискане
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. περπατάω πατάω στα νύχια των ποδιών μου
είμαι σταθερός, ξέρω τι θέλω
2. πατώνω Είναι βαθιά, δεν πατάω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close