πατρικός

Μεταφράσεις

πατρικός

(patri'kos) αρσενικό

πατρική

(patri'ci) θηλυκό

πατρικό

fatherly, paternal (patri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που προέρχεται από τον πατέρα το πατρικό χάδι
2. οικογενειακός το πατρικό μου σπίτι
3. μεταφορικά προστατευτικός πατρικός σύζυγος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close