πατριώτης

(προωθήθηκε από πατριώτισσα)
Μεταφράσεις

πατριώτης

(patri'otis) αρσενικό

πατριώτισσα

vlastenecPatriotpatriotpatriotopatriota, repúblicopatriotedomoljub, patriot, rodoljubföðurlandsvinurpatriota愛国者פטריוטpatriotPatriotPatriotpatriota (patri'otisa) θηλυκό
επίθετο
που αγαπάει την πατρίδα του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close