πατροπαράδοτος

(προωθήθηκε από πατροπαράδοτη)
Μεταφράσεις

πατροπαράδοτος

(patropa'raðotos) αρσενικό

πατροπαράδοτη

(patropa'raðoti) θηλυκό

πατροπαράδοτο

(patropa'raðoto) ουδέτερο
επίθετο
παραδοσιακός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close