πείσμα

Μεταφράσεις

πείσμα

obstinacy ('pizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. επιμονή, εμμονή δουλεύω με πείσμα
2. καπρίτσιο κάνω πείσματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close