πεζοδρομημένος

Μεταφράσεις

πεζοδρομημένος

změněný na pěší zónu

πεζοδρομημένος

forbeholdt fodgængere

πεζοδρομημένος

in eine Fußgängerzone umwandeln

πεζοδρομημένος

pedestrianized

πεζοδρομημένος

convertido en zona peatonal, peatonalizado

πεζοδρομημένος

kävelyalueeksi muutettu

πεζοδρομημένος

piétonnier

πεζοδρομημένος

pretvoren u pješačku zonu

πεζοδρομημένος

per pedoni

πεζοδρομημένος

歩行者専用になった

πεζοδρομημένος

보행자 전용의

πεζοδρομημένος

verkeersvrij

πεζοδρομημένος

gjort om til gågate

πεζοδρομημένος

zamknięty dla ruchu kołowego

πεζοδρομημένος

convertido em calçadão, pedonal

πεζοδρομημένος

пешеходный

πεζοδρομημένος

omgjord till gågata

πεζοδρομημένος

ที่สำหรับคนเดินโดยไม่มีรถ

πεζοδρομημένος

yayalara ayrılmış

πεζοδρομημένος

chỉ dành cho người đi bộ

πεζοδρομημένος

行人专用区的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close