πεζός

Μεταφράσεις

πεζός

(pe'zos) αρσενικό

πεζή

(pe'zi) θηλυκό

πεζό

(pe'zo)
επίθετο
1. χωρίς ποιητικό μέτρο πεζό κείμενο
2. μεταφορικά μονότονος, κοινότοπος πεζός άνθρωπος η πεζή πραγματικότητα

πεζός

αρσενικό

πεζή

piétonpedestrian, prosaicمُرتَـجِلٌchodecfodgængerFußgängerpeatón, peatonaljalankulkijapješakpedone歩行者보행자voetgangerfotgjengerpieszypedestre, peãoпешеходfotgängareคนเดินถนนyayangười đi bộ行人 θηλυκό
ουσιαστικό
που προχωράει με τα πόδια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close