πεθαμένος

Μεταφράσεις

πεθαμένος

(peθa'menos) αρσενικό

πεθαμένη

(peθa'meni) θηλυκό

πεθαμένο

(peθa'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει πεθάνει προσευχή για τους πεθαμένους
2. μεταφορικά εξαντλημένος είμαι πεθαμένος από κούραση

πεθαμένος

αρσενικό

πεθαμένη

deadmort θηλυκό
ουσιαστικό
νεκρός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close