πεθερός

Μεταφράσεις

πεθερός

(peθe'ros) αρσενικό

πεθερά

father-in-lawbeau-pèreteśćsogrosocruсвёкор, тесть, свекор, тестьالـحَمُوtchánsvigerfarSchwiegervatersuegroappisvekarsuocero義父시아버지schoonvadersvigerfarsvärfarพ่อของสามีหรือภรรยาkayınpederbố chồng公公或岳父 (peθe'ra) θηλυκό
ουσιαστικό
ο πατέρας ή η μητέρα τουτης συζύγου μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close