πειθήνιος

(προωθήθηκε από πειθήνια)
Μεταφράσεις

πειθήνιος

(pi'θinios) αρσενικό

πειθήνια

(pi'θinia) θηλυκό

πειθήνιο

docile, meek, obedient (pi'θinio) ουδέτερο
επίθετο
πειθαρχικός, υπάκουος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close