πειθαρχώ

Μεταφράσεις

πειθαρχώ

discipline (piθar'xo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
υπακούω, υποτάσσομαι πειθαρχώ στους κανονισμούς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close