πειθώ

Μεταφράσεις

πειθώ

persuasionpersuasãopersuasioneالإقناعpersuasionPerswazjaубежденияpersuasión설득övertalning説得 (pi'θo)
ουσιαστικό θηλυκό
η πειστικότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close