πειράζω

Μεταφράσεις

πειράζω

platease, disturb, mind, kidincitetitaquiner, déranger, faire une blagueirritare, scherzareplagen, grappen makencontrariar, importunar, brincarيُـمَازِجُdělat si legracilave sjovscherzenbromearpilaillašaliti seヤギが子を産む놀리다narrestroić sobie żartyразыгрыватьskojaล้อเล่นşaka yapmakđùa开玩笑 (pi'razo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ενοχλώ, κάνω κακό Με πειράζει η υγρασία.
2. κοροϊδεύω, κάνω κπ αστείο Σταμάτα να τον πειράζεις.
3. ενοχλώ με λόγια σεξουαλικού περιεχομένου Πειράζει τα κορίτσια στο δρόμο.
4. προσβάλλω Με πείραξαν τα λόγια του.
5. πασπατεύω, αγγίζω Μην πειράζεις την πληγή!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close