πειρασμός

Μεταφράσεις

πειρασμός

temptationtentationإِغْرَاءpokušenífristelseVersuchungtentaciónkiusausiskušenjetentazione誘惑유혹verleidingfristelsepokusatentaçãoискушениеfrestelseการล่อใจayartmasự cám dỗ诱惑הפיתוי誘惑изкушение (pira'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. απαγορευμένη επιθυμία αντέχω στον πειρασμό
2. το αντικείμενο απαγορευμένης επιθυμίας Τα γλυκά της είναι πειρασμός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close